logo museum

Σχετικοί ιστότοποι | Σπάνια πανίδα | Σπάνια χλωρίδα| Επιλεγμένα ζώα | Επιλεγμένα φυτά | Ιστορίες & παραμύθια

Ιστορίες & Παραμύθια (και διάφορα άλλα..)

Περιεχόμενα:

Ο αετός της γαλάζιας πολιτείας

Το χρυσό πουλί, το χρυσό άλογο και η αλεπού

Η αλεπού φωτογράφος

Ο κόρακας και η αλεπού - Αίσωπος

Η αλεπού παντρεύεται

Ο κάβουρας και η αλεπού - Αίσωπος

Ο Ψαροχαφτούλης γνωρίζει τα νυχτόβια αρπακτικά πουλιά

Ο Ψαροχαφτούλης γνωρίζει το Γυπαετό

Ο Βραχμάνος, η τίγρη και το τσακάλι (ινδικό παραμύθι)

Το λιοντάρι, το τσακάλι και ο άνθρωπος (παραμύθι από τη Νότια Αφρική)

Το παραμύθι της πεταλούδας

Παραμύθια, συλλογές, τραγούδια και πηγές στο διαδίκτυο

 

Ο αετός της γαλάζιας πολιτείας

Μια φορά κι έναν καιρό, τότε που τα παραμύθια τα έλεγαν οι γιαγιάδες στα εγγόνια τους, υπήρχε ένα παραμύθι που μαθεύτηκε στα πέρατα της γης. Έλεγε για έναν μαγεμένο αετό που φορούσε κάτι γυαλιστερές κόκκινες μπότες.

Καλά θυμηθήκατε αγαπημένοι μου μικροί και μεγάλοι φίλοι. Είναι η ευχάριστη συνέχεια από το παραμύθι «Οι κόκκινες μπότες».

Μόλις λοιπόν η καλή μάγισσα του μεγάλου δάσους ξεκαθάρισε την υπόθεση του γάμου της Ζάρας με τον πρίγκιπα της Γαλάζιας πολιτείας και κάνοντας τον γιο της αετό, μετάνιωσε, γι αυτό σκέφτηκε να βρει το νερό της ζωής, και μόλις ο αετός πετούσε γύρω-γύρω από τον κρυστάλλινο πύργο της, να άνοιγε το παράθυρο ώστε να έμπαινε μέσα  και με τα μαγικά της να έδινε πάλι την ανθρώπινη μορφή στο παλικάρι της.

Ξεκίνησε λοιπόν για τη βουνοκορφή όπου εκεί από μια δροσερή πηγή έτρεχε διάφανο το νερό της ζωής. Έπρεπε όμως να κρατά μαζί της ένα σπαθί, ένα κουβάρι με χοντρό σπάγκο και μπόλικες τηγανίτες με ζάχαρη για να ταΐσει τα δυο λιοντάρια και τον κροκόδειλο που φύλαγαν την πηγή. 

Και αμέσως κατάλαβε τι έπρεπε να κάνει.

Σαν μάγισσα που ήταν, έκανε τα μαγικά της φώναξε το σύννεφο της βροχής και εκείνο με την σειρά του αφού έβαλε την καλή μας μάγισσα πάνω την ταξίδεψε μέχρι το κάστρο όπου κατοικούσε το καλό πνεύμα της τεχνολογίας. Μάλιστα. Καλά ακούσατε. Το καλό πνεύμα της τεχνολογίας!

Σαν έφτασαν εκεί η καλή μάγισσα παρακάλεσε το πνεύμα να την βοηθήσει. Εκείνο όταν έμαθε τον λόγο της επισκέψεώς της, άνοιξε το σεντούκι του που είχε καλά κρυμμένο κ έβγαλε από μέσα το μαγικό του σπαθί. Έβγαλε την ανέμη που ήταν μέσα και δίνοντας έναν γερό κλώτσο,  με τον σπάγκο της που ξετυλίχτηκε, έφτιαξε ένα τεράστιο κουβάρι. Και τέλος, έδωσε εντολή στον μάγειρα που είχε στις κουζίνες του και του έφτιαξε τις καλύτερες τηγανίτες του κόσμου με μπόλικη μπόλικη ζάχαρη. Η καλή μάγισσα ευχαρίστησε το καλό πνεύμα της τεχνολογίας και έφυγε πάνω στο σύννεφο όπως ακριβώς είχε έρθει…

Επέστρεψαν στη βουνοκορφή.

Έπρεπε να βρει έναν τρόπο να ξεγελάσει τα λιοντάρια που είχαν αρχίσει να βρυχούνται θυμωμένα. Μόλις καλή μας μάγισσα τους πέταξε τις μοσχομυριστές με κανέλα και καβουρντισμένη ζάχαρη τηγανίτες έπεσαν με τα μούτρα στο φαγητό και ξέχασαν αμέσως την πηγή. Έδεσε και τον κροκόδειλο γερά γερά σε ένα δέντρο με τον σπάγκο και κατευθύνθηκε προς την πηγή.

Πήρε το σπαθί και χτύπησε το νερό τρεις φορές. Τότε από μέσα ξεπρόβαλλε ένας νάνος. Στα χεράκια του κρατούσε το μπουκαλάκι που η μάγισσα θα γέμιζε με το νερό της ζωής.

Πριν όμως της το δώσει ζήτησε να μάθει τον λόγο που την έκανε να φτάσει έως εκεί. Τότε η καλή μάγισσα άρχισε να διηγείται  στον νάνο την πονεμένη της ιστορία…

«…ο γιος μου ερωτεύτηκε κι αγάπησε την πριγκίπισσα Ζάρα, αλλά σύμφωνα με την διαταγή του πρίγκιπα της Γαλάζιας Πολιτείας, στο χορό που δόθηκε στο παλάτι, όποια πριγκίπισσα χόρευε καλύτερα θα την έκανε γυναίκα του. Η πριγκίπισσα Ζάρα ήταν η καλύτερη απ’όλες.  Έπρεπε λοιπόν να κρατήσει το λόγο του. Έλα όμως που ο γιος μου ήθελε να κάνει κι εκείνος τη Ζάρα γυναίκα του! Τότε κι εγώ σαν δίκαιη και σοφή έδωσα τη λύση. Εξήγησα στο γιο μου πως η εντολή πρέπει να εκτελεστεί και εκείνος μη θέλοντας να με πικράνει έγινε αετός και μέχρι σήμερα γυρνά στις βουνοκορφές της Γαλάζιας Πολιτείας και πολλές φορές πετά έξω από τον Κρυστάλλινο Πύργο μου με βλέπει και δυο δάκρυα λερώνουν τις κόκκινες μπότες του«

« Όσα δάκρυα στάζουν στα τζάμια, όλα αυτά τα χρόνια, τα μάζευα κι έπλενα το πρόσωπό μου για να μένω όπως ήμουν τότε, για να γνωρίζει ο γιος μου. Τώρα όμως μετάνιωσα και με το νερό της ζωής θέλω να του ξαναδώσω την ανθρώπινη μορφή του»…

Ο νάνος δάκρυσε κι ο νάνος ακούγοντας την τόσο παράξενη, όσο και λυπητερή ιστορία. Αλλά τα δάκρυά του ήταν συγχρόνως δάκρυα χαράς. Σήκωσε τα μάτια, κοίταξε την καλή μάγισσα και της είπε:

- Πήγαινε γρήγορα το νερό της ζωής στο παλικάρι σου. Δεν έμαθες τα νέα για τον Πρίγκιπα της Γαλάζιας Πολιτείας;

- Όχι, απάντησε εκείνη ταραγμένη

- Μα ο πρίγκιπας της Γαλάζιας Πολιτείας, απάντησε ο νάνος, νικήθηκε σ’έναν πόλεμο και τώρα τον κρατούν όμηρο. Και ποιος ξέρει ακόμα πόσο θα τον κρατήσουν…Πάντως σύμφωνα με τη νομοθεσία, η θέση του χηρεύει μετά από δύο χρόνια και η πριγκίπισσα είναι ελεύθερη να ξαναπαντρευτεί!

Καταλαβαίνετε τη χαρά της πονεμένης καλής μάγισσας. Πήρε το μπουκαλάκι με το νερό της ζωής, έφτασε με το σύννεφο της βροχής στον πύργο της και περίμενε. Όχι όμως για πολύ! Γιατί μετά από λίγα λεπτά, σαν να το ήξερε, ήρθε πετώντας ο αετός-γιος της! Η μητέρα του τον έβαλε μέσα και τον ράντισε με το νερό της ζωής.

Ένα δυνατό φως ξεχύθηκε στον πύργο και τα φτερά του αετού γέμισαν τον αέρα. Ένα δυνατό φως στροβιλίστηκε γύρω από τον αετό και στη θέση του παρουσιάστηκε ο πανέμορφος γιος της καλής μάγισσας.

«Γρήγορα αγόρι μου, πάρε το χρυσό μονοπάτι», του είπε, «και με το φτερωτό σου άλογο πήγαινε στην αγαπημένη σου Ζάρα. Από σήμερα είναι δική σου».

Και λέγοντάς του τι είχε συμβεί, εκείνος είχε κιόλας εξαφανιστεί.

Μια βουή κ ένα σύννεφο σκόνης έκαναν τη Ζάρα να βγει έξω. Μόλις αντίκρισε τον αγαπημένο της, αγκαλιάστηκαν σφιχτά.

Μαντεύετε το τέλος;

Μα φυσικά παντρεύτηκαν! Και ο γάμος κράτησε δέκα μέρες. Ζούνε ευτυχισμένοι στον Κρυστάλλινο Πύργο του άντρα της και έχουν για συντροφιά την καλή μάγισσα, το νάνο και τα παιδιά τους. Μα πάνω απ’όλα έχουν την απέραντη αγάπη τους.

Έτσι ζούνε πια όλοι καλά, μα εμείς ζούμε καλύτερα.

Πηγή:

junior opticom

 

Το χρυσό πουλί, το χρυσό άλογο και η αλεπού

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς, ξακουστός για το όμορο περιβόλι του. Αυτό το περιβόλι είχε μέσα μια πορτοκαλιά, που έκανε ολόχρυσα πορτοκάλια. Κάθε φορά που ωρίμαζαν , ο βασιλιάς τα μέτραγε, όμως την επόμενη μέρα έλειπε πάντα ένα πορτοκάλι.
Στο τέλος, θύμωσε. Έβαλε φρουρούς να φυλάνε  την χρυσή πορτοκαλιά, αλλά μόλις εσήμεναν μεσάνυχτα τους έπαιρνε ο ύπνος κι έτσι το πρωί πάντα έλειπε ένα πορτοκάλι.
Τι να κάνει ο βασιλιάς, αποφάσισε να βάλει τον γιο του να φυλάει την πορτοκαλιά. Πράγματι τα μεσάνυχτα άκουσε ένα ανάλαφρο φτερούγισμα και στο φως του φεγγαριού βλέπει να έρχεται ένα πουλί, που ΄όπως πετούσε έφεγγε σαν ήλιος. Πήγε να καθίσει στην πορτοκαλιά, μα το βασιλόπουλο το σημάδευε να το χτυπήσει. Εκείνο τρόμαξε και ξέφυγε μα δεν πρόλαβε και τραυματίστηκε στο ένα του φτερό.
Το βασιλόπουλο μάζεψε το φτερό και το παρέδωσε στον πατέρα του. Εκείνος μόλις το είδε είπε ότι πρέπει να πιάσουν το χρυσό πουλί που ασφαλώς αξίζει χίλιες φορές περισσότερο.
Έτσι το βασιλόπουλο περίμενε να έρθουν μεσάνυχτα για να πιάσει το χρυσό πουλί. Όμως αυτό δεν ήρθε, οπότε αποφάσισε να πάει να το βρει. Ξεκίνησε με την ελπίδα, και έχοντας μαζί του το φτερό που είχε σημαδεύσει με την σαΐτα. Στο δρόμο συνάντησε μια αλεπού που είχε ανθρώπινη φωνή.
-         Γεια και χαρά σου βασιλόπουλο. Μη με χτυπήσεις και εγώ θα σε βοηθήσω να βρεις το χρυσό πουλί. Έλα ανέβα στην ουρά μου να σε πάω πιο γρήγορα και από τον άνεμο.
Πράγματι έφτασαν σε ένα παλάτι, αλλά οι φρουροί κοιμόντουσαν.
-         Θα τους περάσεις είπε η αλεπού. Θ’ανέβεις τα σκαλοπάτια, θα μπεις στο τελευταίο δωμάτιο κι εκεί θα δεις δυο κλουβιά. Το ένα το χρυσό και το άλλο το ξύλινο, το πουλί εκείνη την ώρα θα κάθεται πάνω στα χρυσά πορτοκάλια. Να το πιάσεις και να το βάλεις μέσα στο ξύλινο κλουβί, μα πρόσεχε μην κάνεις λάθος και το βάλεις στο χρυσό γιατί τότε θα το χάσεις.
Πράγματι το βασιλόπουλο έκανε όπως του είπε η αλεπού αλλά πάνω στη σαστιμάρα του έβαλε το πουλί μέσα στο χρυσό κλουβί. Μονομιάς το πουλί εξαφανίστηκε και στη θέση του παρουσιάστηκε ένας μάγος. Ο μάγος Κουρταλιώτης.
-         Το έχασες το χρυσό πουλί, μα αν μου φέρεις το χρυσό άλογο που τρέχει γρηγορότερα κι από το αγέρι τότε θα στα δώσω και τα δυο.
Το βασιλόπουλο δεν είχε τι άλλο να κάνει και συλλογισμένο ξεκίνησε να βρει το άλογο. Μα που όμως;
Τότε βλέπει μπροστά του, την φίλη του την αλεπού.
-         Είδες τι έπαθες; Αντε ανέβα στην ουρά μου να σε πάω στο παλάτι του αλόγου. Πρόσεξε όμως τι σου λέω. Το παλάτι βρίσκεται σε ένα ξέφωτο. Εκεί πριν μπεις μέσα θα κάψεις το φτερό από το χρυσό πουλί και ότι μείνει στα χέρια σου θα το ταΐσεις στο άλογο. Θα του φορέσεις το χρυσό σαμάρι, θα ανέβεις επάνω και εκείνο θα σε πάει ολοταχώς στον μάγο Κουρταλιώτη. Την συνέχεια θα την δεις μόνος σου, αρκεί να κάνεις ότι σου λέω.
Πράγματι το βασιλόπουλο, αυτή τη φορά δεν λάθεψε , έτσι το χρυσό άλογο τον πήγε κατευθείαν στον μάγο. Εκείνος μόλις είδε το άλογο κρέμασε στο λαιμό του ένα κολιέ, πήρε το χρυσό σαμάρι, χτύπησε παλαμάκια τρεις φορές και νάσου η αλεπού. Στάθηκε δίπλα στο άλογο κάθισε πάνω στο χρυσό σαμάρι και αμέσως μια πεντάμορφη βασιλοπούλα παρουσιάστηκε μπροστά τους. Καβαλάνε το άλογο με το βασιλόπουλο, φτάνουν στο παλάτι του χρυσού πουλιού όπου το βάλανε στο ξύλινο κλουβί. Μετά αφού σιγουρεύτηκε ότι το πουλί είναι φυλακισμένο το άρπαξε και ρίχνοντας  μια καμιτσιά στα καπούλια του αλόγου έφυγαν για το παλάτι του βασιλιά.
-         Γύρισες νικητής με το χρυσό πουλί, του είπε ο πατέρας του όταν έφτασαν. Έχεις και το χρυσό άλογο! Η αλεπού όμως που είναι;
-         Νάτην! Απάντησε με χαρά το βασιλόπουλο. δείχνοντας την όμορφη βασιλοπούλα. Το κακό πνεύμα του δάσους την είχε μαγέψει και θα γινόταν ξανά άνθρωπος μόνο αν ένα βασιλόπουλο την άκουγε και έκανε ότι του έλεγε μια αλεπού.
-         Παιδί μου είμαι πολύ χαρούμενος γιατί θα σε παντρέψω με την βασιλοπούλα αλλά κυρίως γιατί σου αφήνω τον θρόνο μου και τον λαό μου και ξέρω καλά ότι θα βασιλέψεις δίκαια.
Από τότε συντροφιά με την βασιλοπούλα το χρυσό πουλί και το χρυσό άλογο ζήσανε ευτυχισμένοι και άλλο δεν έκαναν παρά να θυμούνται το παθήματα και τα μεγαλεία τους.

Πηγή:

junior opticom

 

Η αλεπού φωτογράφος

Μια αλεπού ανακάλυψε μια ωραία μέρα ότι η αληθινή της κλίση ήταν η φωτογραφία, και μάλιστα ότι ήθελε να γίνει πλανόδιος φωτογράφος. Μα καλά, θα καθόσασταν εσείς να σας βγάλει φωτογραφία αυτή η πανούργα κουτσομπόλα; Εγώ, για να σας πω την αλήθεια, όχι. Και να σας εξηγήσω και τους λόγους μου.

Να σου, λοιπόν, με την καινούρια της φωτογραφική μηχανή και το τρίποδο, εφοδιασμένη με μια ωραία σειρά από φωτογραφίες για να δείχνει την αξία της, η κουτσομπόλα αλεπού τριγυρίζει κοντά σε ένα μεγάλο κοτέτσι. Οι κότες, μέσα από το μεταλλικό δίχτυ, αισθάνονταν ασφαλείς, και γι’ αυτό την πλησίασαν.

–Δείτε τι ωραίες καλλιτεχνικές φωτογραφίες! άρχισε να λέει η αλεπού. Αυτήν εδώ την έβγαλα στον κόκορα Πρασινοτρίχη, όταν χρειάστηκε να στείλει τη φωτογραφία του στην αρραβωνιαστικιά του.
–Α, ωραιότατη! αναφώνησαν έκθαμβες οι κοτούλες.

–Αυτή την έβγαλα σε μια οικογένεια κουνελιών. Ήθελαν μάλιστα να τους βάλω και φωτοστέφανο πάνω απ’ τα κεφάλια τους, γιατί είναι μια οικογένεια πολύ θεοσεβούμενη: κι εγώ τους έκανα το χατίρι. Με τη φωτογραφική μου μηχανή μπορώ να φωτογραφήσω ό,τι φαίνεται, αλλά και ό,τι δε φαίνεται!

Οι δύο φαντασμένες πουλάδες αποφάσισαν λοιπόν να βγάλουν μια φωτογραφία:
–Όμως θέλουμε να βγούμε με μια ουρά από πούπουλα...
–Βέβαια, βέβαια. Είναι όλα τιμής ένεκεν... Εγώ είμαι μία καλλιτέχνιδα. μία ευεργέτιδα, όχι μία έμπορος.

Οι πουλάδες, νικημένες απ’ τον ενθουσιασμό, βγαίνουν τρέχοντας απ’ το κοτέτσι και παίρνουν πόζα. Η αλεπού κάνει πως κοιτάζει στη μηχανή της: βουτάει το κεφάλι της κάτω απ΄το μαύρο πανί, το ξαναβγάζει έξω, αλλάζει θέση στα τρίποδα και εστιάζει στα μοντέλα της.
–Πιο κοντά, παρακαλώ και να χαμογελάτε. Κοιτάξτε το δέντρο στα δεξιά σας. Έτοιμες; Ακίνητες, έτσι;

Κι όταν ήταν αρκετά κοντά της και ακίνητες σαν αγάλματα, έπεσε πάνω τους με έναν πήδο και τις έφαγε με μια μπουκιά. Οι καημενούλες. Θα ήταν καλύτερα αν έμεναν ευχαριστημένες με ένα σκίτσο τους φτιαγμένο πρόχειρα, ακόμα και με κάρβουνο.

Πηγή:

baby.gr

 

Ο κόρακας και η αλεπού - Αίσωπος

«…Μια φορά και έναν καιρό, πάνω σε μια μεγάλη φουντωτή ελιά, στο πιο χοντρό κλαρί της, καθόταν ο Κίτσος, ο κατάμαυρος κόρακας, καμαρωτός και περήφανος. Μόλις είχε κλέψει από το κρεοπωλείο του διπλανού χωριού ένα λαχταριστό κομμάτι φρέσκο κρέας και σταμάτησε για λίγο στο κλαρί της ελιάς, να πάρει μια ανάσα και να ξεκουραστεί από το γρήγορο πέταγμα. Φτερά έβαλε, που λένε, για να μην πάρουνε χαμπάρι την κλεψιά του και βγάλει το δόκανο ο χασάπης και του τη μπουμπουνίσει.
Πήρε πολλές ανάσες και ευχαριστιόταν, που σε λιγάκι θα καταβρόχθιζε το νόστιμο μεγάλο μεζέ του. Εκεί κοντά όμως, μέσα από τα χαμόκλαδα, να την που ξεπροβάλλει η κυρά-Μαριώ, η πονηρή αλεπού. Μα τι μοσχομυρίζει έτσι; μουρμουρίζει και ψάχνει με τα ρουθούνια της να βρει από πού έρχεται αυτή η λαχταριστή ευωδιά που έκανε το στομάχι της να γουργουρίζει από τη λιγούρα και να τρέχουνε τα σάλια της.
Σηκώνει τα μάτια της και βλέπει τον Κίτσο, το μαυροκόρακα, να έχει στο γκρίζο ράμφος του καρφωμένο το μεγάλο κομμάτι κρέας.
-Πρέπει να του το πάρω, σκέφτεται η πονηρή αλεπού. Αλλά πώς; εγώ δεν ανεβαίνω στα δέντρα για να του το κλέψω χωρίς να με πάρει χαμπάρι. Και αυτός ο κόρακας έχει και φτερά. Σε λίγο θα πετάξει για τη φωλιά του για να φάει το μεζέ και εγώ θα μείνω μόνο με τη μυρωδιά του. Κάτι πρέπει να βρω, κάποια πονηριά να κάνω για να του το βουτήξω.Και αμέσως της έρχεται μια πολύ καλή ιδέα.
-Καλημέραααααα πανέμορφο πουλίιιι, φωνάζει δυνατά για να την ακούσει ο Κίτσος, που ήτανε και λιγάκι κουφός.
-Καλημέρααααα…μα τι ομορφιάααα είναι αυτή!!! Δεν έχω δει άλλο πουλί με τόσα χρώματα λαμπερά στα φτερά του!!! Τα πόδια σου είναι τόσο γερά, τα μάτια σου όλο εξυπνάδα, το ράμφος σου τόσο δυνατό και κατακίτρινο σαν το χρυσάφι!!!Καμαρώνει ο κατάμαυρος κόρακας, ο χαζούλης ο Κίτσος, και κουνάει τα φτερά του πολύ ευχαριστημένος από τα λόγια της αλεπούς.
-Αααααχ, κόρακά μου, πανέμορφε…ααααχ, συνεχίζει η πονηρή κυρά-Μαριώ, ένα μόνο σου λείπει, ένααααα και θα ήσουν το πιο τέλειο πουλί από όλααααα. Αν είχες φωνή, θα ήσουν ο βασιλιάς όλων των πουλιώωωων.
-Δεν έχω φωνή;; μα τι λέει αυτή η χαζή;; σκέφτεται θυμωμένος ο Κίτσος.
Και αμέσως ανοίγει το ράμφος του και βγάζει δυο φοβερά κρααααααα, κραααααααα για να της αποδείξει ότι και φωνή έχει, και πολύ όμορφη και μελωδική είναι.
Αυτό περιμένει η πονηρή κυρά-Μαριώ.
Με το πρώτο κραααααααα, πέφτει κάτω το κρέας, το αρπάζει αυτή και όπου φύγει φύγει, έγινε καπνός. Σταματάει πάνω στο βουναλάκι, απέναντι, κάνει μια χαψιά το νόστιμο κρέας και γελώντας λέει στον Κίτσο, το κατάμαυρο νηστικό κοράκι.
-Φίλε μου, ποτέ να μην πιστεύεις στα όμορφα λόγια των άλλων, όταν έχεις κάτι που θέλουν να σου το κλέψουν. Αν ήξερες πώς είσαι στ΄ αλήθεια, αν είχες δηλαδή μυαλό, τώρα εσύ θα ήσουν χορτάτος και εγώ νηστικιά. Άλλη φορά να προσέχεις πολύ.

Πηγή:

paidotopos.net

 

Η αλεπού παντρεύεται

Μια φορά κι έναν καιρό η αλεπού είπε να παντρευτεί και να καλέσει όλα τα σπουδαία πρόσωπα. Την ύαινα, το φίδι, το γατούλη, το κουνάβι, το μπαρμπα στρουμφ, μόνο την αρκούδα και την αρκουδίτσα δεν ήθελε να καλέσει, κι έλεγε πως να το κάνει, γιατί ήταν γνωστοί, αλλά έκανε σχέδιο πολύ καιρό...
Η αλεπού είχε αρραβωνιάρα τη νυφίτσα αλλά δεν την αγαπούσε πια. Δε γινόταν όμως και να μην την παντρευτεί. Γι'αυτό ζήλευε όλο τον κόσμο η αλεπού. Όλους, ειδικά τον γατούλη, που ήταν φίλοι. Έγινε κολητός με το γατούλη. Δεν τον άφηνε από δίπλα του. Ο γατούλης αγαπούσε την αρκουδίτσα. Την αγαπούσε όμως κρυφά. Είχε κρυφό καημό μέσα στην καρδιά του. Και η αρκουδίτσα τον λάτρευε. Όταν έβλεπε το γατούλη της έλαμπε ολόκληρη. Αυτή η αγάπη όμως σε κανέναν δεν άρεσε. Μαζεύτηκαν λοιπόν κι έκαναν συμβούλιο. Η ύαινα, το φίδι, η αλεπού και το κουνάβι. Πως να τους χωρίσουν. Να τους βάλουμε να μαλώσουν είπε η ύαινα. Η ύαινα τους μάζευε κάθε μέρα σπίτι της και τους κερνούσε καφέ. Μόνο την αρκουδίτσα και το γατούλη δεν χώνευε από χρόνια πριν, και ήθελε να τους κάνει κακό, ποτέ δεν τους κάλεσε αυτούς. Στο συμβούλιο λοιπόν, μήνες πριν το γάμο, αποφασιστηκε η αλεπού να παρακολουθεί άγρυπνα την αρκουδίτσα μέχρι να βρεί την κατάλληλη ευκαιρία....Και η ευκαιρία ήρθε. Ο γατούλης πήγε ένα μεγάλο ταξίδι. Στεναχωρέθηκε η αρκουδίτσα, έκλαιγε μέρα νύχτα και τον περίμενε. Τότε βρήκε ευκαιρία η αλεπού και την πλησίασε. " Τι θες εσύ αλεπού από μένα;" Ρώτησε η αρκουδίτσα. "Εμένα μ'έστειλε ο γατούλης για να σε προσέχω, είμαι φίλος σου" είπε η αλεπού και η αρκουδίτσα το πίστεψε. Δεν ήξερε η καμένη ότι είχε άλλα σχέδια ο πονηρός. Ρωτούσε καμιά φορά η αρκουδίτσα για το γατούλη της τι κάνει, κι η αλεπού της έλεγε "κοίτα τη ζωή σου". Πικράθηκε η αρκουδίτσα αλλά δεν είπε τίποτε. Τότε έγινε το κακό. Όταν γύρισε ο γατούλης, που ήταν και ζηλιαρόγατος, ζήλευε πολύ, του είπε η αλεπού ότι η αρκουδίτσα του δεν τον αγαπάει πια, ότι τον ξέχασε, ότι έχει άλλον αγαπητικό. Δεν μπορούσε να το πιστέψει ο γατούλης, πικράθηκε, στεναχωρέθηκε, θύμωσε και την έκανε πέρα. Η αρκουδίτσα δεν είχε καταλάβει τι γίνεται. Τον έβλεπε, του χαμογελούσε, κι αυτός την έδιωχνε. Δεν είχε πάρει χαμπάρι η καημένη. Τότε εμφανίστηκε κι η μάγισσα. Μια γυναίκα με μακριά μαυροκίτρινα μαλιά σαν στάχυ και γαμψά νύχια. Η μάγισσα τον τύλιξε τον γατούλη με τα μαγικά της και δεν είχε μάτια για την αρκουδίτσα. Η αρκουδίτσα έκλαιγε μέρα νύχτα. Όλοι γελούσαν μαζί της, η αρκούδα, η αλεπού, το φίδι.......το φίδι ήταν μοδίστρα. Δούλευε στο ίδιο μοδιστράδικο με την αρκουδίτσα, και ήθελε να τη διώξει από κει. Γελούσε το φίδι, ήταν ευχαριστημένο. "Τι κάνει ο γατούλης σου; " τη ρωτούσε. Έμαθα ότι βρήκε αγαπητικιά και σε ξέχασε." Δεν απαντούσε η αρκουδίτσα. Έκανε υπομονή. Δεν μπορούσε να πει πουθενά τον πόνο της. Ακόμη και η αρκούδα, που ήταν φίλη της, ήταν ευχαριστημένη με αυτό που έγινε.
Και τότε, σκέφτηκε η αρκουδίτσα την καλή νεράιδα της αγάπης, που προστατεύει τους ερωτευμένους. Την κάλεσε ένα βράδυ κι εκείνη υποσχέθηκε πως θα τη βοηθήσει.
"Γράψτου ένα γράμμα της λέει, και εξήγησέ του, εγώ θα το πάω". Τι να κάνει κι η αρκουδίτσα, την άκουσε, έγραψε ένα γράμμα που έβαλε μέσα την καρδιά της, και με την νεράιδα το έστειλε στο γατούλη της". Το πήρε αυτός, ξαφνιάστηκε, ταράχτηκε η καρδιά του και σκέφτηκε πως η αρκουδίτσα μπορεί να τον αγαπάει ακόμη. Όμως......ήταν ζηλιαρόγατος. Ήθελε αποδείξεις. Την έδιωξε τη μάγισσα. Πλησίασε πάλι την αρκουδίτσα και ήταν κάθε μέρα μαζί, όποτε μπορούσαν δηλαδή, γιατί το φίδι, η αρκούδα, η ύαινα , η αλεπού κι όλοι οι άλλοι καραδοκούσαν. Πρόσεχε η αρκουδίτσα να μην τους βλέπουν, αλλά ο γατούλης, νόμιζε ότι δεν τον αγαπάει. Όλο και περισσότερο θύμωνε μαζί της ο γατούλης. "Γιατί είσαι θυμωμένος μαζί μου; δε μ΄αγαπάς πια; "τον ρώτησε η αρκουδίτσα. "Δεν είναι αυτό, της λέει, δε με θες δίπλα σου, με κοροιδεύεις" ."Όχιιιιι" φώναξε αυτή, "να ξερες, μόνο να ξερες πόσο σ'αγαπώ". "Τότε, θα ρθεις μαζί μου στο γάμο" της λέει. Τι να πει η καημένη η αρκουδίτσα που ήξερε ότι ήθελαν να τους χωρίσουν και πως η αλεπού δεν ήταν αληθινός φίλος. "Άσε καλύτερα" του λέει. "Δεν πρέπει να ρθω στο γάμο". Θύμωσε πάλι τότε ο γατούλης και νόμιζε ότι θέλει να τον αποφύγει και τη μάλωσε. Τι να κάνει η αρκουδίτσα, θα ρθω λέει, κι ότι γίνει. Το συμβούλιο όμως είχε άλλα σχέδια. Είχε έρθει η αλεπού και την πρόσβαλε. Της έδωσε την πρόσκληση, αλλά πιο μπροστά είχε πει "παντρεύομαι, αλλά θέλω μόνο το φίδι στο γάμο μου". Προσβάλθηκε η αρκουδίτσα αλλά κουβέντα στο γατούλη της μην το στεναχωρέσει. Θα πάω σκέφτηκε, για το γατούλη μου,κι ας πουν ότι θέλουν. Η αλεπού όμως και το φίδι είχαν άλλα σχέδια. Ένα μήνυμα πριν το γάμο, η αλεπού την απόφευγε. Δεν της έλεγε ούτε καλημέρα.Έβαλε και τη νυφίτσα και είπε ψέματα. Έβαλε και το φίδι στο κόλπο. Το φίδι ήταν πολύ κακό.Όλο έλεγε και σφύριζε.......σσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσ όταν το άκουγε η αρκουδίτσα ανατρίχιαζε ολόκληρη. Δε γινόταν όμως και να το αποφύγει. Δούλευαν μαζί. Το φίδι όλο κόλπα έβρισκε να στεναχωρεί την αρκουδίτσα. Όλο καμιά βελόνα έβαζε στην καρέκλα να τσιμπιθεί η αρκουδίτσα, όλο ψαλίδιζε κανα φουστάνι που έραβε η αρκουδίτσα για να την μαλώνουν οι πελάτισες. Τη μισούσε την αρκουδίτσα, γιατί το φίδι είχε έρωτα για το γατούλη. Έρωτα μεγάλο . Και είχε σκοπό να την καταστρέψει την αρκουδίτσα. Και τα κατάφερε. Έπιασαν το γατούλη, η αλεπού, η νυφίτσα, το φίδι και το έπεισαν πως σαν την αρκουδίτσα δεν έχει πιο κακιά και πιο ψεύτρα και πως δεν τη θέλουν στο γάμο. Τι να κάνει κι αυτός, είπε ψέματα στην αρκουδίτσα ότι δε θα πάει στο γάμο. Ότι θα πάει στη δουλειά εκείνη τη μέρα. Η αρκουδίτσα το κατάλαβε. Και πικράθηκε. Μέχρι και η αρκούδα το κατάλαβε και ήθελε να την παρηγορήσει, αλλά η αρκουδίτσα δεν παρηγοριόταν με τίποτε. Κατάλαβε ότι όποια προσπάθεια και να κάνει, θα τον χάσει τον γατούλη της. Έτσι,,,,,,δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει, πάει στο σπίτι της στο δάσος για να σκεφτεί και να κλάψει και να μην τη βλέπει κανένας. Το φίδι ήταν μέσα στην καλή χαρά. Περίμενε να πάει αλαμπρατσέτα με το γατούλη στο γάμο. Η αρκουδίτσα δεν περίμενε τίποτε πια. Ήταν και χειμώνας. Έπεσε σε χειμερία νάρκη. Για να μη σκέφτεται........να μην πονάει.....για να περάσουν κι οι γιορτές.....ήταν και γιορτές. Σκεφτόταν πως με τον καινούριο χρόνο το φίδι......σσσσσσσσ....θ'αγκαλιάζει τον αγαπημένο της και δεν το άντεχε αυτό. Δεν μπορούσε όμως να κάνει τίποτε. Έκανε μια προσευχή στη νεράιδα της αγάπης
"Νεράιδα μου εσύ που προστατεύεις τους ερωτευμένους, κάνε να καταλάβει τα ψέματα, κάνε να καταλάβει πόσο μας ζήλεψαν, ανοιξέ του τα μάτια να δει πόσο τον αγαπώ. Κι αν αυτό δε γίνεται, νεράιδα μου καλή, δώσε μου απ'το νερό της λησμονιάς να τον ξεχάσω....σε παρακαλώ. Εσύ είσαι καλή και ακούς τις προσευχές των αδικημένων. Θ'ακούσεις και τη δικιά μου. Κάνε τουλάχιστον να είναι ευτυχισμένος, και γω, ας ξεχαστώ. Και το φίδι, διώξτο νεραιδα από δίπλα μου. Μου πήρε όλους τους φίλους, θέλει να μου πάρει και τον αγαπημένο μου,θέλει να μου κάνει κακό. Το φοβάμαι......ή πάρε με εμένα μακριά......να μη θυμάμαι......να μην πονάω....." Κι έπεσε η αρκουδίτσα σε χειμερία νάρκη και ξύπνησε με τον καινούριο χρόνο. Και όλα είχαν αλλάξει. Ήταν σε ένα δάσος, μακριά από όλους τους κακούς. Έκανε πια παρέα με τα ξωτικά και τα πουλιά..και την αγαπούσαν......και τον γατούλη.....τον θυμόταν αλλά δεν πονούσε πια. Της είχε πάρει τον πόνο η νεράιδα. Της είχε δώσει φίλτρο μαγικό που παίρνει τους πόνους της αγάπης......
Κι ο γάμος έγινε με δόξες και τιμές. Κι ήταν όλοι εκεί. Πρώτη η ύαινα που πετούσε απ'τη χαρά της που εξαφανίστηκε η αρκουδίτσα, το φίδι που απ'τη χαρά του έκανε όλο σσσσσσσσσσσσσσσσσσσ, το κουνάβι, ο μπαρμπαστρούμφ, η αλεπου με τη νυφίτσα καμάρωναν και δε ντρέπονταν που δεν αγαπιόντουσαν. Κι ο γατούλης. Που είχε κάποτε μια αγάπη αλλά την έχασε.....αλλά δεν τον ένοιαζε πια, είχε πιει κι αυτός απ'το φίλτρο της λησμονιάς. Μόνο η αρκούδα και η αρκουδίτσα λείπανε. Αλλά δεν τους ένοιαζε.
Κι η αρκουδίτσα μετά από καιρό έποιασε δουλειά σε άλλο μοδιστράδικο, άλλαξε και χωριό, ξέχασε και το φίδι και την ύαινα και όλους....και ήταν ευτυχισμένη.
Και ζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα......

Πηγή:

windows live spaces


Ο κάβουρας και η αλεπού - Αίσωπος

Ζούσε, κάποτε, ένας κάβουρας σε μιαν ακρογιαλιά.

Ήταν πολλά καβούρια σε εκείνη την ακρογιαλιά, που ζούσαν ανάμεσά στους βράχους και στα φύκια και, καμιά φορά, έβγαιναν για λίγο στην αμμουδιά, ως εκεί που έφτανε το κύμα της θάλασσας, κι έπειτα ξαναγυρνούσαν στις φωλιές τους.

Εκεί, ανάμεσα στα βράχια και στα φύκια, που πότε τα σκέπαζε και πότε τα ξεσκέπαζε η θάλασσα, ζούσαν όλα μαζί τα καβούρια., έτρωγαν, έπαιζαν, κοιμόντουσαν. Κι εκεί στις πιο βαθιές σπηλίτσες, ή κάτω από βραχάκια, που σχημάτιζαν κουφάλα, κρύβονταν όταν τα απειλούσε κάποιος κίνδυνος.

Αλλ’ αυτός ο κάβουρας είχε βαρεθεί να ζει όπως τα άλλα τα καβούρια. Όταν ανέβαιναν στην ακρογιαλιά και τα άλλα έτρεχαν να ξαναπέσουν στο νερό, αυτός αργοπορούσε και καμιά φορά προχωρούσε λίγα μέτρα στην αμμουδιά, γιατί ήθελε να δει πώς είναι ο κόσμος της στεριάς.

Τέλος, μια μέρα, αποφάσισε να μην ξαναγυρίσει στη θάλασσα.

Προχώρησε ως την αμμουδιά, ώσπου βρήκε ένα ποταμάκι που κυλούσε ανάμεσα στις πέτρες και ανέβηκε στην κοίτη του ποταμού για να δει τι είναι πιο πέρα.

Έφτασε, έτσι, σ’ ένα δάσος και παραξενεύτηκε γιατί ποτέ στη ζωή του δεν είχε δει δέντρα και στην αρχή, νόμισε πως είναι κατάρτια καραβιών.

Αλλά καθώς προχωρούσε θαυμάζοντας αυτά που έβλεπε γύρω, τον είδε μια πεινασμένη αλεπού και πήδησε απάνω του για να τον φάει.

«Καλά να πάθω!», είπε μέσα του ο καημένος ο κάβουρας. «Αφού ήμουνα θαλασσινός, τι γύρευα στη στεριά;»

Πηγή:

Συλλογή μύθων Αισώπου


Ο Ψαροχαφτούλης γνωρίζει τα νυχτόβια αρπακτικά πουλιά

Μπορεί να ακούγεται παράξενο, όμως και τα πουλιά έχουν αϋπνίες. Αυτό συνέβη λοιπόν και στον Ψαροχαφτούλη. Το πελεκανάκι βρισκόταν ως συνήθως στον Αμβρακικό και συγκεκριμένα στη Λιμνοθάλασσα της Λογαρούς, στην Κορωνησία. Εκείνο το βράδυ οι Κορμοράνοι είχαν αργήσει να γυρίσουν και ο Ψαροχαφτούλης ξύπνησε από το φτερούγισμά τους, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ξανακοιμηθεί.

Πρώτη φορά είχε ξυπνήσει τέτοια ώρα και οι θόρυβοι της νύχτας του φαίνονταν πολύ παράξενοι. Το πελεκανάκι αφουγκραζόταν τους νέους ήχους, όταν ξαφνικά, μέσα στο σκοτάδι, αντίκρισε στα φυλλώματα ενός δέντρου ένα ζευγάρι από τεράστια μάτια. Ξαφνικά το ζευγάρι μάτια κινήθηκε προς το μέρος του. Ήταν ένα πουλί! Ένα πουλί όμως όχι σαν αυτά που ήξερε το πελεκανάκι.

"Σε τρόμαξε νεαρέ πελεκάνε;" ρώτησε το πουλί πλησιάζοντας τον Ψαροχαφτούλη. "Μη φοβάσαι. Είμαι μια Κουκουβάγια, το πουλί της Σοφίας αν έχεις ακουστά. Μπορεί να σου έχουν πει για μας τα νυχτόβια αρπακτικά πουλιά"

"Οχι" μουρμούρησε ο Ψαροχαφτούλης. "Νυχτόβιο αρπακτικό είπες; Δηλαδή κυκλοφορείς μόνο την νύχτα;" ρώτησε το πελεκανάκι ενώ περιεργαζόταν την Κουκουβάγια. Ήταν άλλωστε, σε αντίθεση με τα μάτια του, ένα σχετικά μικρό πουλί.

"Αχ εσείς οι πελεκάνοι! Αν εξαιρέσεις το Γέρο-Σοφοπελεκάνο, οι περισσότεροι πελεκάνοι είσαστε μονίμως αδιάβαστοι. Aκου να μην ξέρεις για τα νυχτόβια!" γκρίνιαξε η Κουκουβάγια. "Λοιπόν, εμείς τα νυχτόβια, ζούμε την νύχτα, τρεφόμαστε με έντομα -αν κι εγώ τρώω που και που και κανένα ποντικάκι- και γενικά το βράδυ περνάμε καταπληκτικά. Τα πράγματα είναι σχετικά πιο ήσυχα από το πρωί που όλα μαζί τα υδρόβια φωνάζετε και ξεσηκώνετε τον κόσμο. Το βράδυ βλέπω και πολύ καλά. Βέβαια βλέπω και τη μέρα αλλά τότε προτιμάω να κοιμάμαι." κατέληξε η κουκουβάγια

"Και είναι πολλά σαν κι εσένα;" ξεθάρρεψε ο Ψαροχαφτούλης

"Βεβαίως. Να! βλέπεις αυτόν εκεί; Είναι ένας Μπούφος. Είναι κι αυτός νυχτόβιος αν και είναι πιο μεγάλος από μένα. Για την ακρίβεια είναι το μεγαλύτερο νυχτόβιο που υπάρχει. Το μόνο εκνευριστικό απάνω του είναι η φωνή του. Είναι πολύ μονότονη, αλλά δεν βαριέσαι. Τους φίλους κανείς τους δέχεται και με τα ελαττώματα τους" αναστέναξε η κουκουβάγια καθώς ο Μπούφος πέταξε προς το μέρος τους.

"Τι παράξενος θόρυβος είναι αυτός που κάνουν τα φτερά του!" αναφώνησε ο Ψαροχαφτούλης

"Ε! δεν θα λεγα πως είναι θόρυβος. Μάλλον σαν θρόισμα είναι. Τα νυχτόβια έχουμε παράξενο φτέρωμα. Τα πούπουλά μας είναι δεμένα μεταξύ τους με άγκιστρα κι ο αέρας περνάει ανάμεσά τους. Έτσι ακούγεται ένας πολύ σιγανός ήχος, σαν θρόισμα" εξήγησε η Κουκουβάγια.

"Καλησπέρα σας!" φώναξε ορεξάτος ο Μπούφος μόλις τους πλησίασε. "Τι βλέπω κυρα-Κουκουβάγια; Κάνεις τώρα παρέα και με πελεκάνους;"

"Κυρ-Μπούφο απ’ότι βλέπεις αυτός δεν είναι ένας οποιοδήποτε πελεκάνος. Είναι ένας μικρός πελεκάνος που δεν ξέρει τίποτα για τα νυχτόβια και νομίζω πως αν δεν του πούμε εμείς, θα μείνει για πάντα στην άγνοια" απάντησε εκνευρισμένη η Κουκουβάγια

"Τότε να πάμε να του γνωρίσουμε κι άλλα νυχτόβια" είπε ο Μπούφος. Στη Σαλαώρα, η Τυτώ μας έχει πει να πάμε τόσες φορές κι εμείς μονίμως το αναβάλουμε. Γιατί να μην πάμε τώρα; Να της γνωρίσουμε και τον μικρό! Αλήθεια πως σε λένε μικρέ; ρώτησε χαμογελώντας ο Μπούφος

"Ψαροχαφτούλη" μουρμούρησε το πελεκανάκι για να συμπληρώσει: "Τι είναι Τυτώ;"

"Η Τυτώ, Ψαροχαφτούλη" τον διόρθωσε η Κουκουβάγια που είχε αποφασίσει να κάνει τη δασκάλα στο πελεκανάκι. Η Τυτώ είναι και αυτή ένα νυχτόβιο πουλί. Είναι λίγο πιο μεγάλη σε μέγεθος από εμένα, έχει άσπρα πούπουλα και προτιμάει να ζεί στα χαλάσματα. Τρώει έντομα αλλά και ποντίκια και η φωνή της είναι ανατριχιαστική" είπε η Κουκουβάγια ενώ τα τρία πουλιά πέταγαν προς την Σαλαώρα.

Δεν άργησαν να φτάσουν. Ο Ψαροχαφτούλης ήταν ενθουσιασμένος με τις νέες εμπειρίες του και σκεφτόταν ήδη πόσα πολλά θα’ χε να διηγηθεί στα υπόλοιπα πελεκανάκια την άλλη μέρα. Η ιδέα αυτή τον είχε ξεσηκώσει, όταν ξαφνικά του κόπηκε η ανάσα.

Αυτή είναι σίγουρα η Τυτώ! σκέφτηκε ο Ψαροχαφτούλης στη θέα του κάτασπρου πουλιού. "Μοιάζει σαν φάντασμα" φώναξε το πελεκανάκι στους δύο καινούργιους φίλους του.

"Δεν είμαι όμως!" τραγούδησε η Τυτώ. "Η αλήθεια είναι πως δεν είσαι ο μόνος που με μπερδεύεις. Ξέρεις πόσοι άνθρωποι με έχουν μπερδέψει μέσα στην νύχτα; Δεν τους αδικώ βέβαια. Ενα άσπρο πουλί μέσα στη νύχτα, σίγουρα ξεχωρίζει. Μάλιστα υπάρχουν πολλά παραμύθια για φαντάσματα, όπου αντί για φαντάσματα πρωταγωνιστές ήταν πουλιά σαν εμένα. Δεν είναι πολύ αστείο πως την πατάνε οι άνθρωποι;" είπε η Τυτώ και ξεκαρδίστηκε.

"Υπάρχουν κι άλλα νυχτόβια;" ρώτησε τότε ο Ψαροχαφτούλης

"Βεβαίως και υπάρχουν" απάντησε η σοφή Κουκουβάγια. "Είναι ο Γκιώνης που είναι ο μικρότερος απ’ όλα τα νυχτόβια, ο Χουχουριστής που σε αντίθεση με τον ήχο της φωνής του, που είναι απαίσια, είναι πολύ αγαθός, ο Νανόμπουφος που μοιάζει με μικρό Μπούφο κι έχει την κακή συνήθεια να φωλιάζει σε ξένες φωλιές, ο Βαλτόμπουφος που είναι παράξενος και προτιμάει τους υγροτόπους για κάποιο λόγο, ο Ελατόμπουφος που έχει καταπληκτική ακοή αλλά και όραση και το Γιδοβύζι που είναι σχετικά μικρό αλλά με φτέρωμα που του προσφέρει τέτοια κάλυψη ώστε να μην το βρίσκει κανείς."

Ο Ψαροχαφτούλης ήταν ενθουσιασμένος με όσα είχε μάθει αν και ένιωθε πολύ νυσταγμένος.

"Νομίζω πελεκανάκι πως πρέπει να πάς για ύπνο τώρα" του είπε τρυφερά η Κουκουβάγια. "Πολλά έμαθες για σήμερα και αύριο δεν θα μπορείς να ξυπνήσεις αν δεν πάς για ύπνο.

Τα τρία νυχτόβια ανέλαβαν να συνοδέψουν τον Ψαροχαφτούλη μέχρι το σπίτι του. Αφού βεβαιώθηκαν πως είχε κοιμηθεί, φτερούγησαν ήσυχα μακριά.

Όσο για τον Ψαροχαφτούλη, αυτός την άλλη μέρα διηγήθηκε με κάθε λεπτομέρεια τις νυχτερινές του εμπειρίες σε όλα τα πελεκανάκια. Κι έτσι, όλοι οι πελεκάνοι που συχνάζουν στον Αμβρακικό, ξέρουν πλέον πως δεν έχουν να ανησυχούν για τίποτα τη νύχτα αφού τους προσέχουν τα νυχτόβια αρπακτικά.

Πηγή:

Ορνιθολογική εταιρεία


Ο Ψαροχαφτούλης γνωρίζει το Γυπαετό

Ο Ψαροχαφτούλης είχε ήδη αρχίσει να κάνει σχέδια για το επόμενο ταξίδι, όταν έφτασαν τα νέα στην αποικία των πελεκάνων. Οι διηγήσεις για τον όμορφο νότο, ξεσήκωσαν όλους τους πελεκάνους και βέβαια και τον Ψαροχαφτούλη. Έτσι, ο νεαρός πελεκάνος αποφάσισε να κινήσει προς τον νότο.

Το ταξίδι ήταν μεγάλο και κουραστικό κι ο πελεκάνος ένιωσε μεγάλη ανακούφιση όταν τελικά είδε τους τεράστιους ορεινούς όγκους της Κρήτης να ξεπροβάλουν στον ορίζοντα.

Αφού έκανε τις συνηθισμένες βουτιές του, έφαγε, ξεκουράστηκε και ξεκίνησε να εξερευνήσει τα βουνά. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη και τα ανοδικά ρεύματα τον βοήθησαν να πάρει γρήγορα ύψος. Το θέαμα ήταν μαγιευτικό! Απόκρημνοι βράχοι, σπηλιές και ψηλές κορυφές συνέθεταν ένα τοπίο μοναδικής ομορφιάς.

Η εικόνα τον είχε συνεπάρει, όταν ξαφνικά κάτι έπεσε πάνω στο κεφάλι του. Η τρομάρα του ήταν μεγάλη. Ο πελεκάνος ζαλίστηκε και άρχισε στροβιλίζεται στο κενό. Ευτυχώς συνήλθε γρήγορα και με δυο τρεις κινήσεις σταθεροποιήθηκε και προσγειώθηκε στο σίγουρο έδαφος. Δίπλα του βρισκόταν αυτό που του είχε πέσει στο κεφάλι: ένα τεράστιο κόκαλο. "Μα πως;" αναρωτήθηκε και πλησίασε με δυσπιστία και περιέργεια το κόκαλο. "Τα κόκαλα δεν πετάνε!"

"Αν νομίζεις φίλε πως το κουβαλούσα τόση ώρα για να το φάς εσύ, κάνεις μεγάλο λάθος" ακούστηκε από πίσω του μια βαθιά φωνή που τον έκανε να αναπηδήσει. Πίσω του στεκόταν με ύφος αυστηρό ένα πουλί που έμοιαζε σαν τεράστιο γεράκι, τόσο μεγάλο μάλιστα γεράκι που ο Ψαροχαφτούλης όμοιό του δεν είχε ξαναδεί. Η ουρά του ήταν μεγάλη και είχε ρομβοειδές σχήμα.Το άνοιγμα των φτερών του πλησίαζε τα τρία μέτρα και πρέπει να ζύγιζε πάνω από 7 κιλά. Και σαν να μη έφταναν όλα αυτά, το παράξενο πουλί είχε και ... μουστάκι!

"Καλά τι είσαι εσύ; Γεράκι δεν είσαι, πολύ μεγάλος είσαι και έχεις και μουστάκι... Που ακούστηκε ένα τόσο μεγάλο πουλί να έχει μουστάκι;" ρώτησε ο Ψαροχαφτούλης και πριν προλάβει να ολοκληρώσει την ερώτησή του, του φάνηκε τόσο αστείο, που έβαλε τα γέλια. "Είσαι ένας μουστακαλής".

Το πουλί εκνευρίστηκε. "Εγώ είμαι Γυπαετός" φώναξε "και δεν θα ανεχτώ τις κοροϊδίες σου ανόητε πελεκάνε."

Η κατάσταση έμοιαζε να βγαίνει εκτός ελέγχου και ο Ψαροχαφτούλης αποφάσισε να ζητήσει συγγνώμη και να μην εκνευρίσει κι άλλο τον Γυπαετό. "Καλά με συχωρείς" του είπε "αλλά δεν έχω δει κανέναν άλλο σαν εσένα." Ο Ψαροχαφτούλης είχε μόλις τελειώσει τη φράση του, όταν θυμήθηκε το κόκαλο και ρώτησε "εσύ μου έριξες το κόκαλο στο κεφάλι;"

"Δεν σου έριξα το κόκαλο στο κεφάλι ανόητε πελεκάνε" αντέδρασε ο Γυπαετός. "Έριξα το κόκαλο στο έδαφος για να σπάσει." Η μία έκπληξη ερχόταν μετά την άλλη για τον Ψαροχαφτούλη. Να σπάσει; Και γιατί να σπάσει. Τι δουλειά έχει αυτός να σπάει κόκαλα;



Ο Γυπαετός μάλλον κατάλαβε την απορία του και μαλάκωσε. "Καλά" του είπε, "θα σου εξηγήσω. Εγώ λοιπόν είμαι Γυπαετός και μου αρέσει πολύ να τρώω κόκαλα. Εδώ στην Κρήτη με φωνάζουν μάλιστα και Κοκαλά. Όταν τα κόκαλα είναι μικρά, τα τρώω με μεγάλη ευκολία, αλλά όταν είναι πολύ μεγάλα δεν μπορώ να τα φάω. Έτσι τα πετάω από ψηλά και τα κόκαλα σπάνε. Κατάλαβες;"

Ο Ψαροχαφτούλης δεν απάντησε. Περιεργάστηκε για λίγο ακόμα τον Γυπαετό και παρατήρησε πως τα φτερά του έμοιαζαν σαν να τα είχε βάψει πορτοκαλί! "Γιατί... βάφεσαι; ρώτησε.

"Α!" αναφώνησε ο Γυπαετός. "Το γιατί, είναι μεγάλη ερώτηση. Οι άνθρωποι ψάχνουν εδώ και χρόνια κι ακόμα δεν έχουν βρει απάντηση. Έτσι κι εμείς οι Γυπαετοί έχουμε αποφασίσει πως το μυστικό θα παραμείνει μυστικό. Πάντως αυτή είναι μια εξαιρετική βαφή. Τη βρίσκω όπου έχει κόκκινο χώμα ή ακόμα και μέσα στις σπηλιές. Τώρα κατάλαβες;"

Ο Ψαροχαφτούλης δεν είχε καταλάβει. Δεν μπορούσε να καταλάβει ούτε γιατί άρεσαν τα κόκαλα στον Γυπαετό, ούτε γιατί βάφεται.

Aκου μικρέ" ξεκίνησε τώρα ο Γυπαετός. "Εγώ έχω δουλειά. Πριν λίγο καιρό τέλειωσαν οι επισκευές στη φωλιά μου, που, όχι να το παινευτώ, αλλά είναι η καλύτερη φωλιά της περιοχής. Έφτιαξα τρεις φωλιές, αλλά αυτή ήταν η καλύτερη. Έχει καταπληκτικά κλαδιά, μαλλί από πρόβατα και πολλά άλλα υλικά. Τη διαλέξαμε μαζί με την κυρά μου, που πριν λίγες μέρες γέννησε δύο αυγά. Πρέπει λοιπόν να πάω να την ξεκουράσω γιατί πρέπει κι αυτή να φάει κάτι. Και καθώς κάνει πολύ κρύο πρέπει να πάω γιατί αλλιώς θα κρυώσουν τα αυγά μας.

‘Α! κι εγώ έχω γίνει πατέρας" αναφώνησε ο Ψαροχαφτούλης. "Έχω μάλιστα δύο παιδιά. Εσύ;"

"Εγώ μάλλον ένα θα αποκτήσω τελικά. Έτσι είμαστε εμείς οι Γυπαετοί. Λίγοι και καλοί! τραγούδησε ο Γυπαετός και χρησιμοποιώντας τα δυνατά ρεύματα του αέρα, άρχισε να υψώνετε στα σύννεφα. Το πέταγμα του ήταν γρήγορο, γεμάτο ελιγμούς και ο Ψαροχαφτούλης τον κοίταζε με ειλικρινή θαυμασμό.

Ο Ψαροχαφτούλης έμεινε λίγες μέρες ακόμα στον νότο κάνοντας βόλτες και ψαρεύοντας. Και κάθε σούρουπο ανέβαινε όσο πιο ψηλά μπορούσε και κοίταζε τον φίλο του τον Γυπαετό με την κυρά του να πετάνε πλάι-πλάι, να ακροβατούν, να στροβιλίζονται στα σύννεφα κυνηγώντας ο ένας τον άλλο και να βουτάνε στο κενό. Και του φαίνονταν τώρα τόσο όμορφοι, που είχε ξεχάσει ακόμα και το μουστάκι τους.

Πηγή:

Ορνιθολογική εταιρεία



Ο Βραχμάνος, η τίγρη και το τσακάλι (ινδικό παραμύθι)

Μια φορά κι ένα καιρό, ένας Βραχμάνος κίνησε να πάει σ’ ένα προσκύνημα. Στο δρόμο του, είδε μια τίγρη κλειδωμένη μέσα σ’ ένα κλουβί να ξαπλώνει νωχελικά. Βλέποντας το καημένο το θηρίο το λυπήθηκε, που ήταν αιχμάλωτο. Αλλά μετά, σκεφτόμενος τι μεγάλο κίνδυνο θα αποτελούσαν τα άγρια ζώα αν δεν ήατν φυλακισμένα, αποφάσισε να συνεχίσει την πορεία του.

“Ω Βραχμάνε, ω ευγενή Βραχμάνε,” τον κάλεσε η τίγρη, που είχε διακρίνει τη συμπάθεια στο βλέμμα του άγιου περιπλανητή, “λυπήσου με. Ελευθέρωσέ με προτού φύγεις. Είμαι διψασμένη και θέλω να πάω σ’ εκείνο το ρυάκι να πιω νερό.”

“Δεν θα τολμούσα να σε αφήσω ελεύθερη,” είπε ο Βραχμανός, κατευθύνοντας τα βήματά του πίσω στο κλουβί. “Όχι, δεν θα τολμούσα να σε αφήσω ελεύθερη, επειδή θα με έτρωγες προτού να πας για να πιεις νερό στο ρυάκι. Όχι, φοβάμαι…”

“Ω άγιε βασιλιά, ω αληθινά αφοσιωμένε πατέρα,” ικέτευσε η τίγρη με δάκρυα στα μάτια, “σε παρακαλώ, λυπήσου με. Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ πολύ, δείξε οίκτο για μένα. Δε θα μπορούσα να είμαι τόσο αγνώμων ώστε να σε φάω ως αντάλλαγμα για την καλοσύνη σου. Ω, πως μπόρεσες να σκεφτείς κάτι τέτοιο;”

Ο Βραχμάνος συγκινήθηκε πολύ από την ικεσία της τίγρης, και έτσι ξεκλειδώνοντας την πόρτα την άφησε ελεύθερη. Μετά, βιάστηκε να συνεχίσει το δρόμο του μια και η τίγρη τον είχε ήδη καθυστερήσει. Αλλά, προς μεγάλη του κατάπληξη, εκείνη πετάχτηκε μπροστά του και, κόβωντάς του το δρόμο, φώναξε:

“Μείνε, ω παντογνώστη, μείνε. Είχες υποψίες και φοβόσουνα ότι θα μπορούσα να σε φάω αν με άφηνες έξω από το κλουβί. Μ’ αυτό τον τρόπο, όμως, έβαλες την ιδέα της τροφής στο κεφάλι μου. Έτσι, θα σε φάω και θα ικανοποιήσω την πείνα μου, προτού πάω για να σβήσω τη δίψα μου. Οι γιατροί λένε ότι δεν είναι καλό να πίνεις με άδειο στομάχι.”

“Ω, μα υποσχέθηκες ότι δε θα μου έκανες κακό να σε ελευθέρωνα από το κλουβί!” είπε ο Βραχμάνος τρέμοντας από φόβο. “Είσαι ένα αχάριστο κάθαρμα;”

“Είτε υποσχέθηκα είτε όχι,” απάντησε η τίγρη με μια αινιγματική έκφραση στο πρόσωπο, “είμαι πεινασμένη, και πρέπει να σε φάω. Εξάλλου, δεν μπορώ να αγνοήσω τη συμβουλή του γιατρού και να πάω να πιω με άδειο στομάχι.”

Ο καημένος ο Βραχμάνος τώρα, στεκόταν τρέμοντας, ανίκανος να αρθρώσει λέξη, ενώ η τίγρης, ανυπόμονη για το κολατσιό της, τον πλησίασε με μικρά πηδηματάκια. Τότε ο Βραχμάνος σκέφτηκε ότι καλό θα ήταν να προσπαθήσει να εξασφαλίσει ακόμη λίγο χρόνο για τη ζωή του από τον εχθρό, αν αυτό ήταν δυνατόν.

“Άκουσε, φίλη μου,” είπε στην τίγρη, ευγενικά αλλά με σταθερή φωνή. “Βρισκόσουνα σε άμεσο και συνεχή πόνο κλειδωμένη σ’ εκείνο το κελί. Σε ελευθέρωσα επειδή μου υποσχέθηκες ότι δε θα μου έκανες κακό, όταν θα ήσουν λεύτερη. Αλλά τώρα, θες να με φας. Ας ζητήσουμε από πέντε δικαστές να μας πούνε αν είναι δίκαιο το να με φας.”

“Πολύ καλά,” συμφώνησε η τίγρη απρόθυμα, και συνόδευσε το Βραχμάνο προς το μέρος όπου στεκόταν ένα δέντρο Ινδοσυκής, μελαγχολικό και με γένια, σα δικαστής.

“Ω σοφό γέρικο δέντρο, άκουσε και κρίνε,” παρακάλεσε ο Βραχμανός με ενωμένα τα χέρια, γονατισμένος μπροστά του.

“Μπες στο θέμα,” είπε το δέντρο με γεροντική αξιοπρέπεια.

“Αυτή η τίγρη,” είπε ο Βραχμάνος, “ήταν κλεισμένη σ’ ένα κλουβί. Με είδε καθώς περνούσα και με ικέτευσε να την απελευθερώσω μια και διψούσε και ήθελε να πάει σ’ ένα κοντινό ρυάκι και να πιει νερό. Φοβόμουν ότι θα με σκότωνε αν άνοιγα την πόρτα του κλουβιού. Αλλά ορκίστηκε ότι δε θα της περνούσε ποτέ απ’ το μυαλό να με σκοτώσει. Έτσι την άφησα ελεύθερη, και τώρα θέλει να με φάει. Πες μου, ω σοφό, είναι δίκαιο να το κάνει αυτό;”

“Οι άνθρωποι έρχονται συχνά για να ξαποστάσουν κάτω από τη δροσερή σκιά των πράσινων κλαδιών μου,” είπε το δέντρο, “αλλά το χειμώνα, επειδή δεν χρειάζονται την προστασία μου κόβουν τα κλαδιά μου και καίνε τη φυλλωσιά μου σαν καύσιμο στις φωτιές τους. Ας αφήσουμε την τίγρη να φάει τον άνθρωπο, αφού το ανθρώπινο είδος πάσχει από κακοήθεια κι αγνωμοσύνη.”

“Ω σοφέ δικαστή, αληθή τα λόγια σου!” αναφώνησε η τίγρη και πήδηξε προς το μέρος του Βραχμάνου, λέγοντας: “Λοιπόν, σοφέ, η σάρκα σου μυρίζει ωραία!”

“Περίμενε, περίμενε, φίλε μου, υπάρχουν ακόμη τέσσερις δικαστές που πρέπει να συμβουλευτούμε ακόμη”, είπε ο Βραχμάνος. Και απευθύνθηκε στο περιστέρι που είχε τη φωλιά του στο άλσος:

“Ω ευγενικό και τρυφερό περιστέρι, άκουσε και κρίνε.”

“Μπες στο θέμα,” είπε το περιστέρι αγαπησιάρικα.

Ο Βραχμάνος του αφηγήθηκε την ιστορία πως η τίγρη ικέτευσε να αφεθεί ελεύθερη και υποσχέθηκε να μην του κάνει κακό, αλλά να που τώρα ήθελε να τον φάει.

“Οι άνθρωποι αγαπούν το πυρόξανθο χρώμα της φυλής μου,” είπε το περιστέρι, “και θαυμάζουν τη μουσική μας. Αλλά, κάθε φορά που μας βλέπουν μας πετάνε πέτρες ή απλώνουν δίχτυα για να μας πιάσουν. Οι άνθρωποι είναι στ’ αλήθεια τα πιο αγνώμονα όντα στη γη, ενώ τα ζώα είναι ευγενή. Ας αφήσουμε τους ευγενείς να επικρατήσουν.”

“Λοιπόν;” ρώτησε η τίγρη, θριαμβευτικά.

“Έλα, ας πάμε να ρωτήσουμε τη γνώμη εκείνου του βοδιού,” είπε ο Βραχμάνος σκεφτόμενος ότι το οικόσιτο ζώο θα μπορούσε να εκφέρει γνώμη υπέρ του. Η τίγρη τον ακολούθησε, περήφανη για την ευγένεια που της είχε αποδώσει το περιστέρι.

“Ω ιερό βόδι! Ω άγιε σύντροφε της άγιάς μας αγελάδας! Άκουσέ με και απόδωσε σε μένα την πιο λελογισμένη σου κρίση,” είπε ο Βραχμάνος πλησιάζοντας το μοσχάρι. “Ήμουνα στο δρόμο καθ’ οδόν για ένα προσκύνημα όταν συνάντησα αυτή την τίγρη, κλεισμένη σ’ ένα κλουβί. Με ικέτευσε να την απελευθερώσω γιατί όπως είπε διψούσε. Φοβόμουνα ότι θα μπορούσε να με σκοτώσει, αλλά με διαβεβαίωσε ότι αν την άφηνα ελεύθερη θα ήμουν ασφαλής. Έτσι, άνοιξα το κλουβί. Αλλά, όπως ξεκίνησα για να συνεχίσω το ταξίδι μου, ήρθε και μου είπε ότι πρέπει να με φάει προτού σβήσει τη δίψα της.”

“Με τιμάς αποκαλώντας με άγιο και ιερό,” είπε το βόδι. “Αλλά, το κάνεις αυτό την ώρα της ανάγκης σου. Αυτόι είναι οι τρόποι της φυλής σου. Όταν ήμουνα νέο και δυνατό και δούλευα για τον αδελφό σου τον αγρότη, με τάιζε και με αντιμετώπιζε με φροντίδα. Τώρα που είμαι γέρικο και ανίκανο, με εγκατέλειψε στην ερημιά για να συντηρήσω μονάχο τον εαυτό μου όσο καλύτερα μπορώ. Γι’ αυτό νιώθω, ότι αν οι άνθρωποι είναι αγνώμονες, τα ζώα θα έπρεπε να τους πληρώσουν με το ίδιο νόμισμα.”

“Πεινάω για τη σάρκα σου, ω σοφέ. Πεινάω!” κραύγασε η τίγρη τρέχοντας προς το μέρος του Βραχμάνου.

“Περίμενε, περίμενε, υπάρχουν ακόμη δύο δικαστές με τους οποίους πρέπει να μιλήσουμε,” είπε ο Βραχμάνος, αν και δεν έλπιζε ότι θα βρισκόταν κανείς για να αναγνωρίσει την αξία της πράξης του. “Να ο δρόμος. Άσε με να ζητήσω τη γνώμη του.” Κι έτσι αφηγήθηκε ολόκληρη την ιστορία στο δρόμο.

“Καλέ μου άνθρωπε,” του απάντησε αυτός, “πως μπορείς να περιμένεις από μένα να αποδώσω δικαιοσύνη; Κοίταξέ με. Είμαι χρήσιμος σε όλους, σε πλούσιους και φτωχούς, σε ανθρώπους, ζώα και πουλιά. Αν και όλοι με ποδοπατάνε δε μου δίνουν τίποτα άλλο από στάχτες και τα σκουπίδια τους, και μόνο φλούδια από σπόρια για να φάω.”

Ο Βραχμάνος βούλιαξε στην απελπισία. Παρ’ όλα αυτά μια ισχνή ελπίδα γεννήθηκε μέσα του, όταν είδε το τσακάλι να έρχεται προς το μέρος τους. Αυτό, ίσως, να τον υποστήριζε.

“Ω, Θείε μου Τσακάλι, άκουσέ με και απόδωσε δικαιοσύνη!” ικέτευσε.

“Πες μου ολόκληρη την ιστορία από την αρχή μέχρι το τέλος,” είπε το τσακάλι.

Ο Βραχμάνος αφηγήθηκε όλα όσα συνέβησαν με κάθε λεπτομέρεια.

“Ω, πόσο ηλίθιο εκ μέρους μου, αλλά μου διέφυγε η ουσία ολόκληρης της ιστορίας. Θα μπορούσες σε παρακαλώ να μου την αφηγηθείς ξανά απ’ την αρχή;”

Ο Βραχμάνος είπε ξανά την ιστορία.

“Είναι πολύ παράξενο,” είπε το τσακάλι κουνώντας το κεφάλι του, “όλα φαίνονται να μπαίνουν απ’ το ένα αυτί και να βγαίνουν απ’ το άλλο. Τώρα, για να δούμε ακριβώς πως έγιναν τα γεγονότα. Εσύ, αγαπητέ Βραχμάνε, ήσουνα, νομίζω, μέσα στο κλουβί και η τίγρη περνούσε…”

“Όχι, όχι” διέκοψε η τίγρη, “είσαι ηλίθιο! Εγώ ήμουνα στο κλουβί.”

“Και βέβαια!” αναφώνησε το τσακάλι υποκρινόμενο το ηλίθιο. “Ναι! Εγώ ήμουνα στο κλουβί -ω, όχι δεν ήμουνα- ωιμέ, ωιμέ! Τι έπαθε το μυαλό μου; Για να δω, το κλουβί ήταν μέσα στην τίγρη και ο Βραχμάνος περνούσε -όχι, όχι, πάλι δεν τα λέω σωστά… Λοιπόν αγαπητοί μου φίλοι, συνεχίστε το δρόμο σας και ρωτήστε κάποιον άλλο, γιατί εγώ αποκλείεται να καταλάβω τι μου λέτε!”

“Θα καταλάβεις!” φώναξε η τίγρη εξαγριωμένη από την ηλιθιότητα του τσακαλιού. “Θα σε αναγκάσω να καταλάβεις!”

“Κοίτα εδώ. Είμαι η τίγρη.”

“Ναι,” είπε το τσακάλι.

“Κι αυτός είναι ο Βραχμάνος.”

“Ναι,” συμφώνησε το τσακάλι.

“Και αυτό είναι το κλουβί.”

“Κι εγώ ήμουνα μέσα στο κλουβί. Κατάλαβες;”

“Ναι, όχι. Δηλαδή θα ήθελα να μπορούσα να το δω πιο ξεκάθαρα.”

“Είσαι ηλίθιο! Απόλυτα ηλίθιο!” κραύγασε η τίγρη.

“Ναι, ίσως και να είμαι,” είπε το τσακάλι. “Αλλά θα ήθελα να ήξερα πως μπήκες στο κλουβί!”

“Πως; Ε, μα με το συνηθισμένο τρόπο, βέβαια, βρε βλάκα!” Λέγοντας αυτό πήδηξε μέσα στο κλουβί και φώναξε: “Μ’ αυτό τον τρόπο. Τώρα καταλαβαίνεις;”

“Απόλυτα!” διαβεβαίωσε το τσακάλι. Και τότε, κινούμενο γρήγορα, έκλεισε την πόρτα, φυλακίζοντας μέσα την τίγρη. Ο Βραχμάνος ευχαρίστησε το τσακάλι για τη βοήθεια και συνέχισε το δρόμο του..

Πηγή:

elogos.gr


Το λιοντάρι, το τσακάλι και ο άνθρωπος (παραμύθι από τη Νότια Αφρική)

Μια φορά κι έναν καιρό, τον πολύ παλιό καιρό, το Λιοντάρι, ο βασιλιάς της ζούγκλας, και το Τσακάλι, ο μυστικοσύμβουλός του, συναντήθηκαν για να συζητήσουν πώς θα αντιμετωπίσουν τους εχθρούς του βασιλείου. Κάποια στιγμή το Λιοντάρι άρχισε να καυχιέται για τη δύναμή του. «Είμαι το πιο δυνατό και το πιο έξυπνο ζώο», είπε, «μονάχα εγώ αξίζει να είμαι βασιλιάς». Το Τσακάλι πάντα κολάκευε το Λιοντάρι, όμως, αυτή τη φορά, αποφάσισε να του δώσει ένα μάθημα. «Ολα τα ζώα αναγνωρίζουν τη δύναμη και την εξυπνάδα σου», του απάντησε, «όμως, δυστυχώς, υπάρχει ένα ζώο πιο δυνατό από σένα. Το λένε άνθρωπο, και το αρσενικό του, ο άνδρας, έχει πολλά χαρίσματα».

«Πάμε να μου το δείξεις», είπε το Λιοντάρι. «Πρόσεξε, όμως, γιατί αν με κοροϊδεύεις, θα το πληρώσεις ακριβά».

Μπροστά το Τσακάλι πίσω το Λιοντάρι, άρχισαν να περιπλανιούνται στη σαβάνα, αναζητώντας τον άνδρα, το πιο δυνατό ζώο στον κόσμο. Στον δρόμο τους συνάντησαν ένα αγόρι.

«Αυτός είναι ο πανίσχυρος άνδρας;», ρώτησε το Λιοντάρι.

«Οχι», απάντησε το Τσακάλι, «αυτός δεν έχει γίνει ακόμα άνδρας, βασιλιά μου».

Υστερα από λίγο συνάντησαν έναν γέροντα, που βάδιζε με σκυμμένο το κεφάλι, στηριγμένος σ' ένα μπαστούνι.

«Αυτός είναι ο πανίσχυρος άνδρας;», ρώτησε το Λιοντάρι.

«Οχι, βασιλιά μου», απάντησε το Τσακάλι, «κάποτε ήταν πανίσχυρος άνδρας, αλλά δεν είναι πια».

Συνέχισαν να βαδίζουν, ώσπου, σε λίγο, συνάντησαν έναν νεαρό, που είχε βγει με τα σκυλιά του να κυνηγήσει.

«Να τος ο άνδρας, βασιλιά μου», είπε το Τσακάλι. «Αναμετρήσου μαζί του, κι αν τον νικήσεις, τότε είσαι στ' αλήθεια το πιο δυνατό ζώο στον κόσμο».

«Τώρα θα δει με ποιον έχει να κάνει», είπε το Λιοντάρι, ενώ το Τσακάλι έτρεξε να κρυφτεί πίσω από τους θάμνους, για να παρακολουθήσει με ασφάλεια τη μονομαχία Ανθρώπου και Λιονταριού.

Μ' έναν δυνατό βρυχηθμό, το Λιοντάρι όρμησε προς τον κυνηγό, αλλά πριν προλάβει να τον πλησιάσει, τα σκυλιά το περικύκλωσαν. Χωρίς να τους δώσει μεγάλη σημασία, τα παραμέρισε με την πατούσα του και τα σκόρπισε, αλλά αυτά συνέχισαν να γαβγίζουν και να του δείχνουν τα δόντια τους.

Τότε, ο άνδρας πυροβόλησε και χτύπησε το Λιοντάρι στον ώμο. Ούτε τώρα πτοήθηκε το Λιοντάρι και επιτέθηκε στον κυνηγό. Εκείνος, γρήγορος σαν αστραπή, έβγαλε το ατσάλινο μαχαίρι του και χτύπησε με δύναμη το ζώο. Το Λιοντάρι, τρομαγμένο, το έβαλε στα πόδια, ενώ σφύριζαν στ' αυτιά του οι σφαίρες του κυνηγού.

«Τι λες, λοιπόν; Συνεχίζεις να είσαι το πιο δυνατό ζώο στον κόσμο;» ρώτησε το Τσακάλι όταν το Λιοντάρι, λαχανιασμένο, έφτασε κοντά του.

«Οχι, Τσακάλι», απάντησε το Λιοντάρι, «παραχωρώ τον τίτλο μου σ' αυτόν τον -πώς τον είπες;- άνθρωπο. Δεν έχω δει άλλον σαν αυτόν. Στην αρχή έστειλε δέκα από τους σωματοφύλακές του να μου χιμήξουν. Μετά, όταν προσπάθησα να τον πλησιάσω, έφτυσε φωτιά καταπάνω μου. Κι ύστερα, όταν άρχισα να παλεύω μαζί του, ξεκόλλησε από το σώμα του ένα από τα πλευρά του και μ' αυτό με πλήγωσε άσχημα. Για να γλιτώσω τον θάνατο, αναγκάστηκα να το βάλω στα πόδια και τότε άρχισε να μου πετάει καυτές μπάλες που με τσουρούφλισαν. Οχι, Τσακάλι, σ' αυτόν αξίζει ο τίτλος του πιο δυνατού στον κόσμο».

Πηγή:

Γιάγκουρας blogspot


Το παραμύθι της πεταλούδας
Υπάρχει ένα καταπράσινο δάσος γεμάτο δέντρα και λογής λογής φυτά:
Έλατα, καστανιές και βελανιδιές, παπαρούνες, μαργαρίτες, άγρια τριαντάφυλλα και μανιτάρια.

Σε αυτό το δάσος ζουν πολλά ζώα: αλεπούδες και λύκοι, σκίουροι και ελάφια, φίδια και χελώνες.
Στα δέντρα έχουν τις φωλιές τους αμέτρητα πουλιά και χιλιάδες ζουζούνια πετούν ζουζουνίζοντας από λουλούδι σε λουλούδι.

Εκεί λοιπόν, ήταν και η σπηλιά που ζούσε ο κύριος και η κυρία αρκούδα. Η κοιλίτσα της μαμάς αρκούδας ήταν φουσκωμένη και την Άνοιξη γέννησε ένα μικρό όμορφο αρκουδάκι.

Το αρκουδάκι αυτό όμως δεν έμοιαζε με τα άλλα αρκουδάκια του δάσους. Η γούνα του και τα μάτια του ήταν μπλε σαν του ουρανού και της θάλασσας. Τι όμορφο αρκουδάκι! Έλεγαν όλοι και το κοίταζαν περίεργα.

Το μπλε αρκουδάκι μεγάλωνε και κανείς δεν το έπαιζε. «Είναι τόσο όμορφο. Πώς θα καταδεχτεί να κάνει παρέα μαζί μας;» έλεγαν τα άλλα αρκουδάκια.
Κι εκείνο σκεφτόταν: «Δεν μοιάζω με τα άλλα. Πώς θα με κάνουν φίλο τους;»

Και ο καιρός περνούσε… Το μπλε αρκουδάκι κρυφοκοίταζε τα άλλα αρκουδάκια που έπαιζαν κρυφτό και κυνηγητό και μπάσκετ και ποδόσφαιρο.
Ήταν κακόκεφο και θυμωμένο. Και όταν έβρισκε ευκαιρία έβριζε, έφτυνε και τα χτυπούσε. Μετά έκλαιγε στα κρυφά και γινόταν πιο πολύ λυπημένο. 

Μια μέρα στο δάσος ήρθε ένας ζωγράφος με το καβαλέτο του και άρχισε να ζωγραφίζει με χιλιάδες χρώματα. Όταν η ώρα πέρασε, ο ήλιος και ο ζωγράφος πήγαν να κοιμηθούν και τα χρώματα έμειναν εκεί για το άλλο πρωί.

Τα αρκουδάκια πλησίασαν.
Άγγιξαν τα χρώματα.
Το ένα άρχισε να βάφει το άλλο. Τι ωραίο παιχνίδι! είπαν.
Και όταν πια δεν έμεινε ούτε μια σταγόνα στα κουτιά των χρωμάτων, κοιτάχθηκαν, γέλασαν και χτύπησαν παλαμάκια.

Τότε το μπλε αρκουδάκι βγήκε από την κρυψώνα του.
Τα πλησίασε. Δε φοβόταν και δεν ντρεπόταν πια.
Άρχισε να παίζει μαζί τους και έλαμπε από  χαρά.

Πολλή ώρα τα αρκουδάκια έπαιξαν και κουβέντιαζαν. Το μπλε αρκουδάκι πήρε θάρρος και τους είπε πόσο πολύ ήθελε να είναι φίλος τους. Και όλα το δέχτηκαν στην παρέα τους.

Η ζέστη ήταν ανυπόφορη. Είχαν ιδρώσει και ήταν ώρα να γυρίσουν στις φωλίτσες τους.
Τι θα έλεγαν οι μαμάδες αρκούδες όταν θα έβλεπαν τα παιδιά τους σ΄ αυτά τα χάλια ;
Τότε κάποιο είπε: «Πάμε να κάνουμε ένα μπάνιο;»
Και με μιας βούτηξαν στα νερά της λιμνούλας.

Σε λίγο όλα ήταν όπως πριν. Στις όχθες της λίμνης στέγνωναν πολλά μικρά καφετιά αρκουδάκια κι ανάμεσά τους ένα μπλε λαμπερό αρκουδάκι.

Την άλλη μέρα ο ζωγράφος βρήκε τελειωμένα τα χρώματά του.
Πιο πέρα όλα τα αρκουδάκια έπαιζαν στο δάσος κρυφτό. Και από χρωματιστά νερά της λίμνης είχε βγει ένα μεγάλο ουράνιο τόξο.

Το βιβλίο αυτό το έγραψαν οι μαθητές της πρώτης τάξης με τη βοήθεια της δασκάλας τους Στέλλας Πρωτονοταρίου.

Πηγή:

132ο Δημοτικό σχολείο Αθηνών

 

Παραμύθια, συλλογές, τραγούδια και πηγές στο διαδίκτυο

Η θάλασσα των παραμυθιών (περιλαμβάνονται παραμύθια με αφηγήσεις και βίντεο)

Ματιά gr - Οι δύο φίλοι και η αρκούδα (Αίσωπος)

Ματιά gr - Η κολοβωμένη αλεπού (Αίσωπος)

Ματιά gr - Η αλεπού και ο τράγος (Αίσωπος)

Ματιά gr - Ο λαγός και η χελώνα (Αίσωπος)

Anatolikos net - Παιδικά τραγούδια

Viva gr - Παιδικά τραγούδια